top of page
Αναζήτηση

Attachment Styles: Τύποι προσκόλλησης

Εικόνα συγγραφέα: Efterpi PapageorgiouEfterpi Papageorgiou

Έγινε ενημέρωση: 9 Δεκ 2023


Η προσκόλληση είναι μια βασική ανάγκη για τα βρέφη και παιδιά, που καθορίζει πολλές συμπεριφορές και στην μετέπειτα ενήλικη ζωή, όπως τον τρόπο που συσχετιζόμαστε με τον ερωτικό σύντροφο. Από πολύ μικρή ηλικία, αποδεικνύεται ότι υπάρχει μια βαθύτερη σχέση με τον φροντιστή, συνήθως την μητέρα, που ξεπερνά αυτή της παροχής τροφής (Ainsworth και Bowlby 1991). Η προσκόλληση μπορεί να είναι ασφαλής (secure attachment) ή ανασφαλής (insecure attachment) και ορίζεται ως ο σχηματισμός ενός δεσμού σε ψυχολογικό επίπεδο, που χαρακτηρίζεται από εγγύτητα, εμπιστοσύνη αλλά και αγωνία κατά τον αποχωρισμό, μεταξύ ενός βρέφους και ενός φροντιστή.


Μια ασφαλής προσκόλληση είναι αυτή που συναντάμε στις περισσότερες περιπτώσεις σχέσεων παιδιού/φροντιστή. Χαρακτηρίζεται από την έκφραση ήπιας αγωνίας και δυσφορίας όταν απομακρύνεται και φεύγει ο φροντιστής (πχ όταν μένει το παιδί στην γιαγιά). Επίσης, παρατηρείται η τάση αναζήτησης εγγύτητας με τη φιγούρα της προσκόλλησης (αποζητά δηλαδή το παιδί να περνάει χρόνο με την μητέρα) και νιώθει ανακούφιση από αυτές τις στιγμές, όπως περιγράφεται από την Ainsworth στο πείραμα της Strange Situation (1978). Τα ασφαλώς συνδεδεμένα παιδιά, στο συγκεκριμένο πείραμα, έδειξαν εμπιστοσύνη στην εξερεύνηση νέων καταστάσεων, γνωρίζοντας ότι η ασφαλής «βάση» τους (η μητέρα) θα ήταν στη διάθεσή τους εάν επιθυμούσαν να επιστρέψουν κοντά της. Όταν συμβαίνει η μητέρα να πρέπει να φύγει από τον χώρο, τα παιδιά αυτά παρηγορούνται εύκολα και συνεχίζουν να παίζουν. Τι σημαίνει αυτό πρακτικά για τα παιδιά; Αυτά τα παιδιά είναι πιο πιθανό να τα πάνε καλά σε νέα περιβάλλοντα και θεωρείται ότι κοινωνικοποιούνται πιο εύκολα και αυτό γιατί έχουν λάβει την απαραίτητη προσοχή και φροντίδα από τον κύριο φροντιστή τους, ο οποίος με τις πράξεις του έχει δείξει ότι είναι μία ασφαλής αγκαλιά και ένας άνθρωπος εμπιστοσύνης στον οποίο μπορεί να ανατρέξει το παιδί όταν αντιμετωπίσει κάποια δυσκολία.


Όσον αφορά τα ανασφαλώς συνδεδεμένα/προσκολλημένα παιδιά, υπάρχουν πολλές κατηγορίες στις οποίες μπορούν να καταταγούν. Στην αποφευκτική προσκόλληση (avoidant attachment), τα παιδιά είναι αδιάφορα για τον φροντιστή/μητέρα τους, καθώς ο άνθρωπος αυτός ήταν πιο παγερός προς αυτά μεγαλώνοντας. Το αποτέλεσμα είναι να μην εμπιστεύονται τον κόσμο γύρω τους, και τις ικανότητες τους και μεγαλώνοντας να βασίζονται εξ ολοκλήρου στις δικές τους δυνάμεις. Επιπλέον, μη έχοντας λάβει επαρκή κάλυψη των αναγκών τους (συναισθηματικά ή σωματικά) μεγαλώνοντας είναι πιθανό να μην ζητούν την βοήθεια κάποιου ενήλικα όταν κινδυνεύουν ή δυσκολεύονται, ενώ στο μέλλον μπορεί να μην είναι σε θέση πολλές φορές να δημιουργήσουν ουσιαστικές και βαθιές σχέσεις με τους γύρω τους. Τέλος, πολλές φορές πάσχουν από χρόνιο άγχος μεταξύ άλλων.


Η αμφιθυμική προσκόλληση (ambivalent attachment), εκδηλώνεται όταν η προσέγγιση ανατροφής των παιδιών δεν είναι σταθερή και προμελετημένη και ο φροντιστής μία είναι θερμός, υποστηρικτικός και επιμελής με το παιδί και μια είναι υπερβολικά αυστηρός, τιμωρητικός και σκληρός προς το παιδί. Τα παιδιά που έχουν δεθεί με αμφιθυμικό τρόπο με τον φροντιστή τους, τείνουν να είναι εξαιρετικά πολύ καχύποπτα με τους ξένους. Αυτά τα παιδιά παρουσιάζουν σημαντική αγωνία και δυσφορία όταν αποχωρίζονται έστω για λίγο την μητέρα και είναι απαρηγόρητα ακόμα και με την επιστροφή της. Σε ορισμένες περιπτώσεις, το παιδί μπορεί να αγνοήσει τον γονέα όταν έρχεται η ώρα να περάσουν χρόνο μαζί ή ακόμα και να εκδηλώσει ανοιχτά άμεση επιθετικότητα. Ως ενήλικες αυτά τα παιδιά έχουν συνήθως μειωμένη αυτοπεποίθηση και παρόλο που αποζητούν μία στενή σχέση με φίλους και συντρόφους ανησυχούν συχνά ότι ο σύντροφός τους δεν τους αγαπά και αποζητούν την επιβεβαίωση.


Τέλος, η αποδιοργανωμένη προσκόλληση (disorganized attachment) χαρακτηρίζεται από αντιφατικές συμπεριφορές και αδιάκριτο δεσμό (Main and Solomon 1986), δηλαδή το παιδί εμφανίζει συμπεριφορές προσκόλλησης προς οποιοδήποτε άτομο. Αυτά τα παιδιά πολλές φορές φαίνονται μπερδεμένα και φοβισμένα από τον φροντιστή τους, κυρίως επειδή εκείνος χρησιμοποιεί τον φόβο και την παρηγοριά ταυτόχρονα, σαν μέθοδο διαπαιδαγώγησης, με αποτέλεσμα το παιδί να ανακουφίζεται αλλά και να τρομοκρατείται από τον γονέα του. Όλες αυτές οι κατηγορίες δείχνουν το ίδιο πράγμα υπό διαφορετικό πρίσμα: ανασφαλώς συνδεδεμένα μωρά με τους φροντιστές τους. Έτσι, εκφράζουν αστάθεια στις σχέσεις τους και στον τρόπο που βλέπουν τον εαυτό τους.


Η σχέση προσκόλλησης είναι μια αμφίδρομη σχέση μεταξύ του φροντιστή/μητέρας και του βρέφους. Η μητέρα είναι πρωταρχική πτυχή της ζωής του παιδιού και αποτελεί κεντρικό κομμάτι στη διαμόρφωση ενός υγιούς δεσμού, και ενός υγιούς ενήλικα, επομένως το στυλ φροντίδας έχει μεγάλη σημασία. Χαρακτηριστικά όπως η διαθεσιμότητα, η προσβασιμότητα, η ευαισθησία και η συνέπεια στην ανταπόκριση των αναγκών του μωρού καθορίζουν την ποιότητα της φροντίδας και τη συνολική σχέση που αναπτύσσεται, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι σε περιπτώσεις που η μητέρα δεν είναι συναισθηματικά διαθέσιμη, όπως στην επιλόχειο κατάθλιψη, η σχέση αυτή της προσκόλλησης δεν επανορθώνεται. Μια μητέρα που ανταποκρίνεται με αγάπη στο κλάμα ή γέλιο του μωρού της εμπνέει μια αίσθηση ασφάλειας και προστασίας. Η συνέπεια είναι ένας βασικός παράγοντας που πρέπει να έχει στο μυαλό της η μητέρα/φροντιστής, καθώς τα ασφαλώς συνδεδεμένα παιδιά ξέρουν τι να περιμένουν από τις μητέρες τους και μπορούν να είναι ήσυχα πως εκείνη θα είναι εκεί όταν τη χρειαστούν. Η σχέση προσκόλλησης καλλιεργείται από πολύ νωρίς και θέτει ισχυρά θεμέλια για την δημιουργία ενός αυτόνομου, σίγουρου και υγιούς ενήλικα!

 
 
 

Comments


© 2023 by Eftepi Papageorgiou Proudly created with Wix.com

bottom of page