Ο ψυχολόγος Alfred Adler (1870-1937) παρατήρησε πως αναλόγως της σειράς γέννησης μέσα στην οικογένεια, τα παιδιά τείνουν να αναπτύσσουν ορισμένα χαρακτηριστικά και να λαμβάνουν συγκεκριμένους ρόλους μέσα σε αυτήν. Με βάση τις παρατηρήσεις του αυτές ανέπτυξε τις θεωρίες του σχετικά με την προσωπικότητα λαμβάνοντας υπόψη του το περιβάλλον στο οποίο μεγαλώνει κανείς. Ας δούμε κάποια από τα βασικά χαρακτηριστικά που αναπτύσσει ένα παιδί βάση της σειράς γέννησης του:
Πρωτότοκα
Στην περίπτωση των πρώτων παιδιών οι γονείς τείνουν να έχουν πολλές προσδοκίες που συχνά βαραίνουν αυτά τα παιδιά. Οι νέοι και συχνά απαίδευτοι γονείς ασυνείδητα προβάλλουν υψηλότερες προσδοκίες που συχνά δεν συνάδουν με το αναπτυξιακό στάδιο του παιδιού. Επιπλέον, οι γονείς θεωρούν πως πρέπει να είναι παραδείγματα προς μίμηση για τα μικρότερα τους αδέρφια και ως εκ τούτου τα πρώτα παιδιά συνήθως είναι πιο σοβαρά, αγχώδη, τυπικά, επιθετικά, συντηρητικά, οργανωτικά, υπεύθυνα και ανταγωνιστικά, προκειμένου να καλύψουν τις μεγάλες αυτές προσδοκίες. Μεγαλώνοντας, αυτά τα παιδιά μπορεί να γίνουν αυταρχικοί και άκαμπτοι ενήλικες, ενώ παρουσιάζουν συχνότερα από τα άλλα γκρουπ αγχώδεις διαταραχές (Greenburg H., 1963).
Δεύτερα ή Μεσαία
Για τα δεύτερα παιδιά (αν μιλάμε για 3) ή τα μεσαία παιδιά (αν μιλάμε για 4 και πάνω), τα πράγματα είναι πολύ διαφορετικά, καθώς υπάρχει πάντα κάποιος που τα έζησε όλα πριν από αυτά. Τα παιδιά αυτά πολλές φορές είναι ανταγωνιστικά και επαναστατικά. Πολλές φορές αναγνωρίζουν το πρότυπο του μεγάλου και θέλουν να το μιμηθούν, ωστόσο είναι πολύ σύνηθες να δυσκολεύονται να βρουν την θέση τους στην οικογένεια και αργότερα τον ρόλο τους στην κοινωνία, καθώς συνήθως είναι πιο παραμελημένα από τα πρώτα παιδιά και λιγότερο χαϊδεμένα από τα μικρότερα αδέρφια τους.
Για τα μεσαία παιδιά δεν υπάρχει ο ίδιος ζήλος για σκληρή δουλειά, καθώς το status quo και τα όρια συνήθως έχουν τεθεί ήδη από το μεγαλύτερο παιδί. Λόγω της θέσης τους (λιγότερο πιεσμένα από τα πρώτα παιδιά και λιγότερο χαϊδεμένα από τα μικρά) τα μεσαία αδερφάκια τείνουν να είναι οι διπλωμάτες της οικογένειας και αυτοί που διαμεσολαβούν μεταξύ των γονέων και των παιδιών, αναπτύσσοντας έτσι καλές επικοινωνιακές δεξιότητες. Στην ενήλικη ζωή τους τα παιδιά αυτά ακολουθούν συνήθως την καρδιά τους και διαπρέπουν σε καλλιτεχνικά ή ανθρωπιστικά επαγγέλματα (Behrman, 1986).
Μικρότερα
Τα τελευταία κατά σειρά γέννησης παιδιά συνήθως είναι πιο αγνοημένα, ενώ κάποιες φορές αναθρέφονται από τα μεγαλύτερά τους αδέρφια. Είναι τα μωρά της οικογένειας, τα μικρότερα, ακόμα και αν έχουν μόνο ένα μεγαλύτερο αδερφάκι ή αν είναι το δεύτερο κατά σειρά γέννησης δίδυμο παιδί και παρά την ηλικία τους είναι για όλους το μικρό. Δύο χαρακτηριστικά που τα περιγράφουν είναι συνήθως η ηρεμία και η γλυκύτητα. Προσπαθούν να είναι πάντα αρεστά και ευγενικά προκειμένου να κερδίσουν κάποια από την σημασία και την προσοχή που το μεγαλύτερο παιδί μέσω της επανάστασής του τραβά πάνω του. Η υπερπροστασία των γονιών προς το μικρότερο παιδί και η άρνηση τους να το δουν να μεγαλώνει μπορεί να κάνει τα μικρότερα παιδιά πιο αυθαίρετα και κακομαθημένα. Ως αποτέλεσμα της παλλινδρομημένης διαχείρισης τους από τους γονείς τους, τα παιδιά αυτά μπορεί να είναι λιγότερο ώριμα, και να πιστεύουν ότι πάντα θα έχουν κάποιον να τους φροντίζει, κάνοντας τα πιο εξαρτημένα από την οικογένειά τους (Baskett, 1985).
Μοναχοπαίδια
Τα μοναχοπαίδια τέλος, επηρεάζονται αρκετά από την ανατροφοδότηση των γονιών τους και τον τύπο διαπαιδαγώγησής που αυτοί ακολουθούν, δηλαδή εάν οι συμπεριφορά τους προς το παιδί θα είναι πιο αυστηρή ή πιο φροντιστική, πιο χαλαρή και λογική ή πιο αγχώδης. Τα μοναχοπαίδια γενικά μεγαλώνουν σε ένα περιβάλλον ενηλίκων και βρίσκουν την συμβίωση με συνομηλίκους δύσκολη. Δυσκολεύονται να μοιραστούν και να δημιουργήσουν δεσμούς και φιλίες.
Η έρευνα επίσης δείχνει πως εάν τα παιδιά αυτά δεν κοινωνικοποιηθούν επαρκώς και μεγαλώνουν μοναχικά, κινδυνεύουν στην ενήλικη ζωή από αγχώδεις διαταραχές και κατάθλιψη, ενώ λαχταρούν να αποκοπούν και να ανεξαρτητοποιηθούν από τους αυστηρούς γονείς τους (House, 2002). Τέλος, τα μοναχοπαίδια είναι γενικά πιο αποκομμένα από την πραγματικότητα, και δεν έχουν τόσο ανεπτυγμένες επικοινωνιακές δεξιότητες, ενώ τείνουν να έχουν ένα συναίσθημα υπεροχής, ή έντονης μοναξιάς και παρόλο που επιθυμούν να ανεξαρτητοποιηθούν η μετάβαση αυτή συνήθως τους είναι δύσκολη (Hooke, 1966).
Είναι εξίσου σημαντικό να αναγνωρίσουμε ωστόσο πως κανένα παιδί δεν μεγαλώνει πραγματικά στην ίδια οικογένεια με τα αδέρφια του, καθώς, ακόμα και αν μεσολαβούν λίγα χρόνια η οικονομική και κοινωνική πραγματικότητα της οικογένειας ενδεχομένως έχει αλλάξει. Επιπλέον, η ηλικία και εμπειρία των γονέων δεν είναι η ίδια ανά τα χρόνια. Επομένως, κανένα παιδί στην πραγματικότητα δεν μεγαλώνει μέσα στην ίδια οικογένεια με τα αδέρφια του. Ως γονείς είναι σημαντικό να γνωρίζουμε αυτά τα χαρακτηριστικά που τυχόν να αναπτυχθούν στα παιδιά αναλόγως της σειράς γέννησης τους, προκειμένου να εξηγήσουμε και να διαχειριστούμε τις συμπεριφορές των παιδιών.
Comments